Απάντηση του Επιτρόπου Potočnik σε ερώτηση του Νίκου Χρυσόγελου

Πλήρη άγνοια και έντονη ανησυχία εκφράζει η Κομισιόν για τις προγραμματιζόμενες συγχωνεύσεις και καταργήσεις Φορέων Διαχείρισης που δρομολογεί η ελληνική κυβέρνηση, όπως προκύπτει από απάντηση του Επιτρόπου Potočnik σε σχετική ερώτηση του Νίκου Χρυσόγελου, ευρωβουλευτή των Οικολόγων Πράσινων / Ομάδα των Πράσινων στο Ευρωκοινοβούλιο. O Επίτροπος επιβεβαιώνει, επίσης, ότι είναι απολύτως εφικτή η οικονομική βιωσιμότητα των φορέων διαχείρισης και για την περίοδο 2014-2020.

Όπως αναφέρει ο κ. Potočnik, «η Επιτροπή έχει υποστηρίξει ασμένως τη δημιουργία και τη λειτουργία των ως άνω οργάνων, μεταξύ άλλων μέσω των διαρθρωτικών ταμείων, ως βασικό μέτρο για να εξασφαλισθεί στις προστατευόμενες περιοχές του Natura 2000 ολοκληρωμένο και αποτελεσματικό καθεστώς προστασίας και διαχείρισης». Παρόλα αυτά, “οι ελληνικές αρχές δεν έχουν ενημερώσει την Επιτροπή για σχέδιο ή απόφαση με στόχο τη συγχώνευση των διαχειριστικών φορέων”.

Σύμφωνα με την απάντηση του Επιτρόπου, είναι απολύτως εφικτή η οικονομική βιωσιμότητα των φορέων διαχείρισης με καλύτερη χρήση των διαθέσιμων διαρθρωτικών ταμείων της ΕΕ, κάτι για το οποίο “έχει προτρέψει επανειλημμένα τις ελληνικές αρχές”.

Υπενθυμίζεται ότι η λειτουργία των Φορέων χρηματοδοτείται μέχρι το 2015 από ευρωπαϊκούς πόρους (ΕΠΠΕΡΑΑ, ΠΕΠ) και αυτό μπορεί να συνεχιστεί – όπως διαβεβαιώνει η Κομισιόν – και για το διάστημα 2014 -2020. Η Επιτροπή Φύση, οι περιβαλλοντικές οργανώσεις και υπηρεσιακοί παράγοντες έχουν κατ’ επανάληψη επιχειρηματολογήσει κατά της αλλαγής του καθεστώτος των Φορέων Διαχείρισης, τουλάχιστον μέχρι το 2015, οπότε λήγει η προγραμματική περίοδος εξασφαλισμένης χρηματοδότησης για αυτούς μέσω του ΕΠΠΕΡΑΑ, χωρίς μάλιστα να προηγηθεί ουσιαστική διαβούλευση.

Μη γνωρίζοντας ούτε τις λεπτομέρειες των προβλεπόμενων διοικητικών αλλαγών, ο κ. Potočnik καταλήγει ότι δεν μπορεί να αποφανθεί κατά πόσον είναι σύμφωνες με τους στόχους και τις απαιτήσεις της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τις «εκφρασθείσες σοβαρές ανησυχίες», η Επιτροπή “θα θέσει το θέμα στις ελληνικές αρχές με σκοπό να εξασφαλιστεί ότι τυχόν αλλαγές δεν θα επηρεάσουν την ορθή χρήση των διατιθέμενων κονδυλίων της ΕΕ ούτε θα θέσουν σε κίνδυνο τις προσπάθειες διαφύλαξης των συγκεκριμένων περιοχών, ιδίως όσον αφορά τις απαιτήσεις που απορρέουν από τα άρθρα 4 και 6 της οδηγίας για τα οικολογικά ενδιαιτήματα σχετικά με το χαρακτηρισμό των Ειδικών Ζωνών Διατήρησης και την εφαρμογή των δεόντων μέτρων διατήρησης”.

Ο Νίκος Χρυσόγελος δήλωσε σχετικά:

«Καλώ την ελληνική κυβέρνηση να λάβει σοβαρά υπόψη την απάντηση του Επιτρόπου, να αποσύρει το άρθρο 10 από το σχετικό νομοσχέδιο και να επανεξετάσει από μηδενική βάση το ζήτημα της συγχώνευσης ή/και κατάργησης των Φορέων Διαχείρισης. Είναι προφανές ότι πρόκειται για μια πρόχειρη κίνηση της ελληνικής κυβέρνησης στην προσπάθειά της να δείξει έργο άμεσα. Ωστόσο, αυτή ακριβώς η νοοτροπία και η προσέγγιση της προχειρότητας είναι που πρέπει να αλλάξει.Έγινε ένα σοβαρό λάθος και τέθηκε θέμα συγχώνευσης ή κατάργησης των Φορέων Διαχείρισης Φυσικών Προστατευόμενων Περιοχών χωρίς να υπάρχει μια επιστημονική και οικολογική μεθοδολογία ή έστω οικονομική και δημοσιονομική έκθεση. Δεν πρέπει να επιμείνει η κυβέρνηση και να ολοκληρώσει αυτό το τεράστιο λάθος. Το σύστημα προστασίας του περιβάλλοντος σίγουρα επιδέχεται βελτιώσεων. Όμως αυτές πρέπει να γίνουν με συγκεκριμένα επιστημονικά και οικολογικά κριτήρια κατόπιν αξιολόγησης του ως τώρα έργου. Κυρίως οι αλλαγές θα πρέπει να προκύψουν μετά από ουσιαστική διαβούλευση που δυστυχώς στην Ελλάδα εξακολουθεί να παραμένει άγνωστη έννοια. Η προστασία και διαχείριση του περιβάλλοντος προσφέρει σημαντικές ευκαιρίες απασχόλησης που δεν επιτρέπεται να παραμένουν ανεξερεύνητες από την πολιτεία στη σημερινή εποχή που η ανεργία έχει εκτοξευθεί στα ύψη. Οι φορείς διαχείρισης Φυσικών Προστατεόμενων Περιοχών θα μπορούσαν να παίξουν ουσιαστικό ρόλο και στην προσπάθεια διαμόρφωσης σχεδίων βιωσιμότητας, κοινωνικής συνοχής, απασχόλησης και προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος σε περιφερειακό και εθνικό επίπεδο, λαμβάνοντας υπόψη ότι σημαντικό μέρος του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης, του Ταμείου Συνοχής, του Ευρωπαϊκού Ταμείου γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Θάλασσας κι Αλιείας θα κατευθυνθούν σε θέματα προστασίας του περιβάλλοντος, αποκατάστασης της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημάτων, προσαρμογής στα νέα κλιματικά δεδομένα με βάση την προσέγγιση του οικοσυστήματος».

________________________________

Περισσότερες πληροφορίες: 6937324780

 

(Ακολουθούν η ερώτηση του Ν. Χρυσόγελου και η απάντηση του Επιτρόπου Potočnik)

Ερώτηση με αίτημα γραπτής απάντησης E-007884/2012

προς την Επιτροπή

Άρθρο 117 του Κανονισμού

Nikos Chrysogelos (Verts/ALE)

Θέμα: Συγχώνευση Φορέων Διαχείρισης Περιοχών Δικτύου Natura 2000 στην Ελλάδα

Σύμφωνα με ανακοίνωση [1] του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του ΥΠΕΚΑ, οι 29 Φορείς Διαχείρισης Προστατευόμενων Περιοχών που λειτουργούν στην Ελλάδα συγχωνεύονται σε 14 Φορείς, «κατά προσέγγιση αντίστοιχη των περιφερειών», με στόχο, σύμφωνα με δήλωση του αρμόδιου Υφυπουργού του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης, «το κόστος για τον φορολογούμενο και το παραγόμενο έργο». Οι Φορείς, από την ίδρυσή τους μέχρι και σήμερα, λειτούργησαν χρηματοδοτούμενοι από ευρωπαϊκά προγράμματα [2] και η συμβολή τους στην αύξηση της απορροφητικότητας των κοινοτικών πόρων και στη δημιουργία συνθηκών ανάπτυξης είναι προφανής. Η συγχώνευση με βάση τα διοικητικά όρια των Περιφερειών δεν συμπίπτει με την οικολογική ενότητα των προστατευόμενων περιοχών, ενώ δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες προστασίας και τις αρχές ορθής διαχείρισης. Οι περιβαλλοντικές οργανώσεις, οι πρόεδροι των ΔΣ μέσω του Δικτύου Φορέων Διαχείρισης Προστατευόμενων Περιοχών και ο Πανελλαδικός Σύλλογος Εργαζομένων στους Φορείς, θεωρούν πρόχειρη, αδικαιολόγητη και παντελώς ατεκμηρίωτη τόσο από οικονομικής όσο και από επιστημονικής άποψης τη δρομολογούμενη συγχώνευση[3].

Ερωτάται η Επιτροπή:

  1. α) Έχει στη διάθεσή της από τις ελληνικές αρχές συγκεκριμένα επιστημονικά και οικολογικά κριτήρια στα οποία βασίστηκε η απόφαση αυτή; β) Υπάρχει σύμφωνη γνώμη των Διοικητικών Συμβουλίων των φορέων διαχείρισης και της Επιτροπής Φύση; γ) Υπάρχουν στοιχεία που να τεκμηριώνουν το δημοσιονομικό όφελος; δ) Έχει ληφθεί στον σχετικό υπολογισμό υπόψη η συμβολή των ΦΔ στην τοπική και περιφερειακή ανάπτυξη; ε) Προηγήθηκε διαβούλευση με τις περιβαλλοντικές οργανώσεις;
  2. Πώς αντιμετωπίζει την τροποποίηση των τεχνικών όρων υλοποίησης (π.χ αλλαγή δικαιούχου) των εγκεκριμένων προγραμμάτων και τις πιθανές επιπτώσεις στην υλοποίηση, καθώς και στα χρονοδιαγράμματά τους;
  3. Είναι η συγχώνευση των φορέων με βάση τη διοικητική οργάνωση της χώρας συμβατή με τη φιλοσοφία και τις επιδιώξεις της Οδηγίας για τους οικοτόπους (92/43/ΕOΚ) και την προσέγγιση του οικοσυστήματος; Αν όχι, τι μέτρα προτίθεται να λάβει;

[1] http://www.ydmed.gov.gr/?p=2677

[2] Κυρίως από το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Περιβάλλον» (Ε.Π.ΠΕΡ.)– Γ΄ΚΠΣ 2006-2009 και από το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Περιβάλλον και Αειφόρος Ανάπτυξη» (Ε.Π.ΠΕΡ.Α.Α.) – Ε.Σ.Π.Α. 2010-2015

[3] http://ellinikifysi.gr/2012/07/elliniki-fysi-2/#.UD5yq8HN-vA

 

E-007884/2012

Απάντηση του κ. Potočnik

εξ ονόματος της Επιτροπής

(17.10.2012)

  1. Η ίδρυση των φορέων διαχείρισης προβλέπεται από την ελληνική νομοθεσία και η Επιτροπή έχει υποστηρίξει ασμένως τη δημιουργία και τη λειτουργία των ως άνω οργάνων, μεταξύ άλλων μέσω των διαρθρωτικών ταμείων, ως βασικό μέτρο για να εξασφαλισθεί στις προστατευόμενες περιοχές του Natura 2000 ολοκληρωμένο και αποτελεσματικό καθεστώς προστασίας και διαχείρισης. Οι ελληνικές αρχές δεν έχουν ενημερώσει την Επιτροπή για σχέδιο ή απόφαση με στόχο τη συγχώνευση των διαχειριστικών φορέων και, κατά συνέπεια, η Επιτροπή δε γνωρίζει το σκεπτικό όσον αφορά τις εν λόγω αλλαγές, τα αναμενόμενα οικονομικά οφέλη ή τις σχετικές διαβουλεύσεις.
  2. Η Επιτροπή δεν ενημερώθηκε από τις ελληνικές αρχές ειδικά για προβλήματα στη χρηματοδότηση των περιοχών Natura 2000. Η Επιτροπή έχει επανειλημμένα προτρέψει τις ελληνικές αρχές να κάνουν καλύτερη χρήση των διαθέσιμων διαρθρωτικών ταμείων της ΕΕ και να εντοπίσουν κατάλληλους μηχανισμούς που να εξασφαλίζουν την οικονομική βιωσιμότητα των φορέων διαχείρισης. Ωστόσο, στο πλαίσιο της επιμερισμένης διαχείρισης, οι εθνικές αρχές είναι υπεύθυνες για τη διασφάλιση της έγκαιρης υλοποίησης των συγχρηματοδοτούμενων έργων.
  3. Η Επιτροπή δεν έχει υπόψη της τις λεπτομέρειες των προβλεπόμενων διοικητικών αλλαγών και ως εκ τούτου δεν μπορεί να αποφανθεί κατά πόσον είναι σύμφωνες με τους στόχους και τις απαιτήσεις της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ [4]. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τις εκφρασθείσες σοβαρές ανησυχίες, η Επιτροπή θα θέσει το θέμα στις ελληνικές αρχές με σκοπό να εξασφαλιστεί ότι τυχόν αλλαγές δεν θα επηρεάσουν την ορθή χρήση των διατιθέμενων κονδυλίων της ΕΕ ούτε θα θέσουν σε κίνδυνο τις προσπάθειες διαφύλαξης των συγκεκριμένων περιοχών, ιδίως όσον αφορά τις απαιτήσεις που απορρέουν από τα άρθρα 4 και 6 της οδηγίας για τα οικολογικά ενδιαιτήματα σχετικά με το χαρακτηρισμό των Ειδικών Ζωνών Διατήρησης και την εφαρμογή των δεόντων μέτρων διατήρησης.

[4] Οδηγία 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, σχετικά με την προστασία των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας. ΕΕ L 206 της 22.07.1992.