Γι’ αυτή καθαυτή τη λαθροθήρα στην περιοχή του Αμβρακικού είναι πολύ εύκολο και απλό να απαντήσει κάποιος, δηλαδή ότι δεν ευθύνεται κανείς άλλος παρά μόνον οι ΛΑΘΡΟΘΗΡΕΣ. Για τον έλεγχο όμως και την αποτροπή της (έστω μείωσή της), τη μεγαλύτερη ευθύνη έχουν οι τοπικοί κυνηγετικοί σύλλογοι και τα όργανά τους. Και εξηγώ αυτή μου την τοποθέτηση.

Κατ’ αρχήν να θυμίσω αυτό που έχω δηλώσει και προ μηνών, δηλαδή ότι, υπό τις παρούσες συνθήκες, θεωρώ πως η δύναμη των θηροφυλάκων των Κυνηγετικών Συλλόγων είναι η κύρια δύναμη που θα μπορούσε να συμβάλλει στην πάταξη της λαθροθήρας (αλλά και σε άλλες ζωτικές δράσεις) και τούτο διότι :

  • Τα Δασαρχεία, παρ’ όλο που αποτελούν την καθ’ ύλη αρμόδια αρχή που εκ του νόμου υποχρεούται να καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την αποτροπή της λαθροθήρας, όντως έχουν κάποιες λογικές αντικειμενικές δυσχέρειες να το κάνουν και συγκεκριμένα τις εξής : α) Περιστατικά εκτός ωραρίου εργασίας δεν είναι βέβαιο ότι καλύπτονται από διοικητική ή ασφαλιστική άποψη β) Οι οικονομικοί πόροι που διατίθενται για μετακινήσεις έχουν στραγγαλιστεί ασφυκτικά γ) Το όποιο προσωπικό υπάρχει είναι υποχρεωμένο να καλύψει και πολλές άλλες δραστηριότητες. Βέβαια, οι εκάστοτε δασικοί προβάλλουν και σωρεία επιπλέον δικαιολογιών που για μένα δεν έχουν αξιόλογη βάση. Και βέβαια, ακόμη και με για τους λόγους που ανέφερα, δεν σημαίνει ότι τα Δασαρχεία δεν μπορούν να κάνουν τίποτε για τη λαθροθήρα. Εξακολουθούν να έχουν σοβαρή ευθύνη γιατί μπορούν να οργανώσουν ένα αριθμό εξορμήσεων (έστω περιορισμένο) που με κατάλληλο σχεδιασμό και συντονισμό μπορεί να φέρει κάποιο αισθητό αποτέλεσμα.
  • Ο Φορέας Διαχείρισης του εθνικού πάρκου κάνει αυτό που έχει δικαιοδοσία να κάνει και μάλιστα με το παραπάνω. Εποπτεύει όσο πιο εντατικά μπορεί το χώρο και ειδοποιεί τις αρμόδιες υπηρεσίες σε όποιο περιστατικό εντοπίζει.
  • Οι Κυνηγετικοί Σύλλογοι, με την υποστήριξη των Ομοσπονδιών τους, διαθέτουν ικανό προσωπικό που απασχολείται σχεδόν εξ’ ολοκλήρου με τον έλεγχο της λαθροθήρας. Διαθέτουν τα μέσα αλλά και τα χρήματα για να τα κινήσουν οποιαδήποτε ώρα. Για τη δύναμη των θηροφυλάκων τους δεν τίθεται θέμα ωραρίου. Άρα, εμπράκτως, έχουν, μεταξύ άλλων φορέων, κατά πολύ περισσότερες δυνατότητες αντιμετώπισης του υπό συζήτηση προβλήματος. Επομένως, πρακτικά, έχουν και τη μεγαλύτερη ευθύνη για την επιδίωξη αυτού του στόχου.

Όμως η προ μηνών, κατά τα άλλα θεαματική απόπειρα, των κυνηγετικών οργανώσεων μπλοκαρίσματος της λαθροθήρας, με πληθώρα προσωπικού και μέσων, δεν έφερε αποτέλεσμα διότι λείπει μία εύστοχη στρατηγική εντοπισμού και τρόπου «μπλοκαρίσματος» των λαθροθηρών. Και ερωτώ : Τι θα αλλάξει και πως στην αποτελεσματικότητα του ελέγχου εάν, όπως ζητούν οι κυνηγετικές οργανώσεις, επιτραπεί το κυνήγι στην περιοχή; Το ερώτημα είναι ρητορικό γιατί το πιθανότερο είναι ότι η καταδίωξη θα είναι περισσότερο προβληματική. Στη Θολή Μεσολογγίου, με 100 και πλέον κυνηγούς γύρω-γύρω, οι λαθροθήρες περιφέρονται θρασύτατα με πλωτά και ανενόχλητοι μέσα στον απαγορευμένο χώρο. Μήπως εκείνο που θα αλλάξει είναι ο ζήλος των φυλάκων ; Μα αυτός υποτίθεται ότι είναι δεδομένος σ’ οποιαδήποτε περίσταση…

Τέλος, ξαναδιευκρινίζω ότι η μελέτη που εκπόνησα για τη διαχείριση του κυνηγιού στην περιοχή του Εθνικού Πάρκου στηρίζεται στο ότι δεν θα υπάρχει λαθροθήρα στην περιοχή και το θέτει και ως απόλυτη προϋπόθεση για να επιτραπεί το κυνήγι. Η προϋπόθεση αυτή δεν τηρήθηκε, άρα δεν πρέπει να επιτραπεί το κυνήγι στην περιοχή. Ο ισχυρισμός των τοπικών συλλόγων «να επιτραπεί το κυνήγι πρώτα προκειμένου να φέρουν αποτέλεσμα στην αποτροπή της λαθροθήρας» και δεν πείθει αλλά και δεν τους τιμάει.

Φώτης Περγαντής
Βιολόγος, Οικολόγος M.Sc.