Μία κατεστραμμένη περιοχή του ευρωπαϊκού δικτύου NATURA 2000 είναι ένα από τα πρώτα πράγματα που αντικρίζει κανείς μπαίνοντας στη χώρα μας από την Ηγουμενίτσα. Πρόκειται για τον υγρότοπο της Λιμνοπούλας Παραμυθιάς, όπου εδώ και τρία χρόνια βρίσκεται σε εξέλιξη η κατασκευή του αρδευτικού έργου Χότχοβας Θεσπρωτίας.

«Καταστράφηκε μία λίμνη. Τα πουλιά ήδη μετακόμισαν», τονίζει ο πρόεδρος του Φορέα Διαχείρισης Στενών και Εκβολών ποταμών Αχέροντα και Καλαμά, Θόδωρος Κομηνός, ο οποίος ετοιμάζεται να καταγγείλει το θέμα στην Ευρωπαϊκή Ενωση και να ζητήσει αποκατάσταση του υγροτόπου.

Η νομαρχία Θεσπρωτίας, από την πλευρά της, τονίζει πως «οι περιβαλλοντικοί όροι τηρούνται μέχρι κεραίας» και ότι, αντιθέτως, με το έργο που βρίσκεται σε εξέλιξη ο υγρότοπος θα αναβαθμιστεί.

Το έργο, το οποίο γίνεται για λογαριασμό της νομαρχίας Θεσπρωτίας, περιλαμβάνει την «κατασκευή αρδευτικού δικτύου, με σύστημα κλειστών αγωγών υπό πίεση, σε έκταση 3.100 στρεμμάτων».

Μπάζωσαν τον υγρότοπο

Ωστόσο, οι εργασίες κατασκευής δεν έγιναν σύμφωνα με όσα προβλέπονται στην περιβαλλοντική μελέτη και στερούν χιλιάδες ζώα και πουλιά από το καταφύγιό τους, καταγγέλλει η Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία. «Η Λιμνοπούλα είναι ένα υγρό λιβάδι που πλημμυρίζει περιοδικά. Αποτελεί μία από τις πιο σημαντικές στάσεις διατροφής, ξεκούρασης και διαχείμασης για χιλιάδες υδρόβια πουλιά, με μία από τις μεγαλύτερες πυκνότητες σε όλη την Ελλάδα, αναλογικά με την έκταση», τονίζει ο δασολόγος και μέλος της Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρείας, Ρήγας Τσιακίρης.

Στην «καρδιά» αυτού του υγρότοπου κατασκευάστηκε ταμιευτήρας με βάθος αρκετών μέτρων -αντίθετα με αυτά που προέβλεπε η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων- ο οποίος δεν αποτελεί πλέον κατάλληλο ενδιαίτημα για τα περισσότερα είδη υδρόβιων πουλιών που χρειάζονται ρηχές εκτάσεις για να τραφούν. Επιπλέον, «με το υλικό των εκσκαφών μπαζώσανε και ό,τι απέμεινε από τον υγρότοπο, καταστρέφοντάς τον συνολικά», λέει ο ίδιος. Σύμφωνα με τα όσα προέβλεπε η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, έκταση 470 στρεμμάτων ανατολικά του ταμιευτήρα θα έπρεπε να διατηρηθεί ως υγρολίβαδο.

«Πρόκειται κυριολεκτικά για μία “τρύπα στο νερό”, για την οποία κατασπαταθήληκαν δημόσιοι πόροι, αφού τα χρήματα που επενδύονται δεν θα επιστρέψουν ποτέ στις τσέπες ούτε του κράτους ούτε των τοπικών κατοίκων», υποστηρίζει ο Ρ. Τσιακίρης. Η Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία είχε επανειλημμένα παρέμβει με επιστολές της, ενώ πρόσφατα ζήτησε να σταματήσουν οι εργασίες για την ολοκλήρωση του έργου, προϋπολογισμού 4.900.000 ευρώ.

Για «ολοκληρωτική και σκανδαλώδη καταστροφή του υγρότοπου» κάνει λόγο και ο πρόεδρος του φορέα διαχείρισης. Η περιοχή της Λιμνοπούλας δεν περιλαμβάνεται σήμερα στα όρια ευθύνης του φορέα, ωστόσο το επόμενο διάστημα αναμένεται να προκηρυχθεί από την Περιφέρεια Ηπείρου η εκπόνηση Ειδικής Περιβαλλοντικής Μελέτης για την ένταξή της.

Τι απαντά η νομαρχία

«Ο βιότοπος όχι μόνο διατηρείται, αλλά και αναβαθμίζεται», αντιτείνει ο πολιτικός μηχανικός της νομαρχίας Θεσπρωτίας και επιβλέπων του έργου, Παύλος Αλεξίου. Οπως εξηγεί, ο ταμιευτήρας, έκτασης 200 στρεμμάτων, θα αποθηκεύει τις χειμερινές παροχές και με τη λειτουργία υπερχειλιστών θα διοχετεύει νερό στον υγρότοπο και το καλοκαίρι, περίοδο κατά την οποία ξεραίνεται. «Τα 500 στρέμματα θα παραμείνουν υγρότοπος. Η επίχωσή τους με τα χώματα των εκσκαφών προβλεπόταν από την περιβαλλοντική μελέτη», τονίζει ο ίδιος.

Καταφύγιο σπάνιων πουλιών τον χειμώνα

Η περιοχή στην οποία γίνονται τα έργα περιλαμβάνεται εντός των ορίων του Τόπου Κοινοτικής Σημασίας (ΤΚΣ) «Λιμνοπούλα Παραμυθιάς», σύμφωνα με την Οδηγία 92/43/ΕΚ, με κωδικό GR2120003 και έχει ενταχθεί στο ευρωπαϊκό οικολογικό δίκτυο προστατευόμενων περιοχών NATURA 2000. Το ιδιαίτερο οικοσύστημα της Λιμνοπούλας είναι ένας χαρακτηριστικός υγρότοπος, ο οποίος προμηθεύει με νερό τη γύρω περιοχή και παρέχει υγρά λιβάδια για βόσκηση κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού.

Στον συγκεκριμένο υγρότοπο φιλοξενούνται το χειμώνα παπιά σε μία από τις μεγαλύτερες πυκνότητες σε όλη την Ελλάδα, αναλογικά με την έκταση. Υπάρχουν επίσης αρπακτικά, όπως κραυγαετοί, ενώ αξιοσημείωτοι είναι οι πληθυσμοί των λευκοπελαργών που τρέφονται εκεί και φωλιάζουν στην γύρω περιοχή.

Είδη ενδημικών ψαριών, μεγάλοι πληθυσμοί αμφιβίων και βαλτοχελώνων, καθώς και ένα σπάνιο είδος ακρίδας περιλαμβάνονται μεταξύ των σημαντικών «κατοίκων» και «επισκεπτών» της περιοχής, που χρήζουν προστασίας.

ΠΗΓΗ