Το σαββατοκύριακο 17-18 Ιουλίου ξύπνησε για άλλη μια φορά o πύρινος εφιάλτης στην Αττική που σχεδόν κάθε χρόνο πια καίει λίγο-λίγο ό,τι έχει μείνει από τη φωτιά του προηγούμενου χρόνου. Τη σκυτάλη από την Αττική πήραν μέσα στην επόμενη εβδομάδα η Σάμος, η Εύβοια, η Αρκαδία και η Βοιωτία ενώ μόνο το σαββατοκύριακο που πέρασε εκτός από τη φωτιά της Αττικής, η πυροσβεστική κλήθηκε σε 122 πυρκαγιές σε όλη την Ελλάδα!

Οι εκτιμήσεις για τη φωτιά στην Ανατολική Αττική κάνουν λόγο για τουλάχιστον 9.000 στρέμματα. Σε αυτά πρέπει να προστεθούν και τα περίπου 20.000 στρέμματα που κάηκαν στην περσινή φωτιά στην ίδια περιοχή, ενώ για να αποκτήσουμε μια καλύτερη εικόνα για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει ο νομός Αττικής ενώ πρέπει να θυμηθούμε τη μεγάλη φωτιά της Πάρνηθας το 2007 αλλά και τις φωτιές στον Κάλαμο τον Ιούλιο του 2001, τον Ιούλιο του 2004 και τον Ιούνιο του 2008, στην ίδια δηλαδή περιοχή που κάηκε πέρσι και πριν από μια εβδομάδα.

Ένα έγκλημα κατά συρροήν που συνεχίζουμε να παρακολουθούμε όπως φαίνεται κάθε καλοκαίρι, μόνο που τώρα πια συνοδεύεται και από την απορία «μα καλά έχει μείνει τίποτα πια να καεί;» και τις εξαγγελίες μετά τη φωτιά για αναδάσωση.

Ωστόσο, με δεδομένες τις συνεχείς δασικές πυρκαγιές στις ίδιες ή σε γειτονικές περιοχές η ισορροπία μεταξύ των αναδασωμένων εκτάσεων και των καμένων φαίνεται να μην επιτυγχάνεται ουσιαστικά και ακυρώνεται κάθε προσπάθεια αποκατάστασης.

Συχνές πυρκαγιές + βόσκηση= ερημοποίηση

«Δεν χρειάζεται παντού αναδάσωση» τονίζει η υπεύθυνη δασικών προγραμμάτων του WWF Hellas, κ. Εύη Κορακάκη, «αυτό που χρειάζεται όμως παντού είναι προστασία για να επιτρέψουμε στη φύση να ανακάμψει» προσθέτει και με αυτόν τον τρόπο εξηγεί στην «Αυγή» της Κυριακής πως δεν μπορούμε να μιλήσουμε για «ισοζύγιο μεταξύ καμένων και αναδασωμένων εκτάσεων» δίνοντας ως παράδειγμα την περσινή φωτιά της Ανατολικής Αττικής στην οποία όπως ενδεικτικά μας επισημαίνει «μόνο το 1/3 της καμένης έκτασης θέλει αποκατάσταση μέσω αναδάσωσης. Τα υπόλοιπα 2/3 μπορούν να αναγεννηθούν, με την προϋπόθεση βέβαια το πευκοδάσος να μην καεί για 15 χρόνια.»

Το χρονικό αυτό διάστημα των 15 ετών δικαιολογείται από το γεγονός πως ένα πεύκο για να βγάλει κουκουνάρια, τα οποία θα μπορέσουν να εξασφαλίσουν μέσω των σπόρων που φέρουν την αναγέννηση, χρειάζεται 12 χρόνια. Όταν έχουμε φωτιές σε μια περιοχή κάθε χρόνο ή ανά δύο χρόνια αφαιρείται η δυνατότητα της φυσικής αναγέννησης του δάσους αλλά ούτε και η αναδάσωση μπορεί να προσφέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα.

Η προστασία των καμένων εκτάσεων αποτελεί μέτρο -κλειδί, όπως υποστηρίζει και η κ. Κορακάκη. Προστασία από τη βόσκηση, από την ανθρώπινη δραστηριότητα αλλά και φράγματα που θα συγκρατούν το έδαφος.

Στην περίπτωση όμως της μαύρης πεύκης ή του ελάτου, η αναδάσωση είναι απαραίτητη,όπως στην Πάρνηθα ή τον Ταΰγετο, ωστόσο στην περίπτωση του Κλωκού Αιγίου που κάηκε κατά τις πυρκαγιές του 2007, η κ. Κορακάκη σημειώνει πως δεν έχει γίνει καν μελέτη.

Κρατικός μηχανισμός

Στο μεταξύ, η πυροσβεστική και το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη δηλώνουν έτοιμοι να αντιμετωπίσουν την πύρινη απειλή με τους συμβασιούχους πυροσβέστες να εργάζονται για 7 μήνες, έναν δηλαδή μήνα λιγότερο από κάθε χρόνο, και τη Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας να βεβαιώνει πως έχει στείλει στους δήμους όλης της Ελλάδας τα απαραίτητα έγγραφα που τους καλούν να κάνουν τους απαραίτητους καθαρισμούς για την πρόληψη των πυρκαγιών.

Η μείωση στους μήνες που θα απασχοληθούν τελικά φέτος οι συμβασιούχοι δασοπυροσβέστες λόγω οικονομικής κρίσης σύμφωνα με το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη ενώ ο έλεγχος αν τελικά οι δήμοι εξετέλεσαν τα έργα επαφίεται στις Περιφέρειες στις οποίες η Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας έχει στείλει το απαραίτητο έγγραφο. Μέχρι στιγμής, δεν έχουν φτάσει αρνητικοί έλεγχοι από τις περιφέρειες στη Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας. Ωστόσο, υπενθυμίζεται πως στις αρχές Ιουλίου είχε ανακοινωθεί από την Πυροσβεστική Υπηρεσία η σύλληψη του δήμαρχου Ιθάκης γιατί δεν είχε λάβει τα απαραίτητα μέτρα πυρασφάλειας στην περιοχή Μπρος Αετός, στην οποία και είχε ξεσπάσει φωτιά στις 5 Ιουλίου.

Της Έλλης Ζώτου, από ΑΥΓΗ