ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Αγαπητοί συνάδελφοι,

Στις αρχές της περασμένης εβδομάδας δόθηκε για διαβούλευση το νομοσχέδιο για τη βιοποικιλότητα, η βασική προπαρασκευή του οποίου είχε ανατεθεί πριν από οκτώ μήνες σε ομάδα εργασίας που αποτελείτο από μέλη περιβαλλοντικών ΜΚΟ «εθνικής» εμβέλειας και υπηρεσιακούς παράγοντες του Υ.ΠΕ.Κ.Α. Το Δ.Σ. του σωματείου μας αν και προσπάθησε με πολλούς, ενεργητικούς τρόπους να συμμετάσχει στην ομάδα εργασίας και να συμβάλλει ενεργά στην προετοιμασία ενός τόσο σημαντικού νομοσχεδίου, εκτός των άλλων, και για τις προστατευόμενες περιοχές της χώρας μας, δυστυχώς αντιμετώπισε την αρνητική στάση των εμπλεκόμενων έως και το τελευταίο μήνα της δημοσίευσης του.

Οι λόγοι αυτής της αρνητικής στάσης έγιναν για άλλη μια φορά εμφανείς από το περιεχόμενο του νομοσχεδίου μέσω του οποίου οι Φορείς Διαχείρισης Προστατευόμενων Περιοχών (Φ.Δ.) ουσιαστικά απαξιώνονται για άλλη μια φορά, αφού αφαιρούνται πολλές από τις αρμοδιότητες τους οι οποίες μεταβιβάζονται στην κεντρική διοίκηση και σε άλλους φορείς του δημοσίου και ιδιωτικού τομέα (π.χ. ΜΚΟ). Χαρακτηριστικό δείγμα της απαξίωσης είναι ότι τη σύνταξη οδηγών αναγνώρισης των κυριότερων ενδημικών ειδών χλωρίδας και πανίδας, τη διαμόρφωση σχεδίων επιστημονικής παρακολούθησης σημαντικών οικοτόπων και ειδών με δεκαετή ορίζοντα και την εκπόνηση ερευνητικών προγραμμάτων, θα την αναλαμβάνουν «φορείς με εγνωσμένη εμπειρία και γνώση στο αντικείμενο, συγκεκριμένα ακαδημαϊκά ιδρύματα, ερευνητικά ιδρύματα, επιστημονικές εταιρείες ή μη κυβερνητικές οργανώσεις που διαθέτουν αποδεδειγμένη εμπειρία, τεχνογνωσία και επάρκεια». Στην μόνη περίπτωση που γίνεται αναφορά στους Φορείς Διαχείρισης είναι για τη δυνατότητα ανάληψης της «Απογραφής και αξιολόγησης της κατάστασης της ελληνικής βιοποικιλότητας» εντός των περιοχών ευθύνης τους και αυτή μετά από σύναψη «σύμβασης» με το Υ.ΠΕ.Κ.Α. λες και οι Φορείς είναι «ξένα σώματα» του υπουργείου και όχι φορείς του ευρύτερου δημοσίου τομέα, σύμφωνα και με το ίδιο το Υ.ΠΕ.Κ.Α., χωρίς καμία πρόβλεψη μετατροπής τους σε ΝΠΔΔ, σύμφωνα με τα λόγια της Υπουργού, σε πρώιμη σύσκεψη μαζί της!

Ακόμη και η αρμοδιότητα έκδοσης αδειών για ερευνητικές δραστηριότητες και προγράμματα εντός των περιοχών ευθύνης των Φορέων Διαχείρισης, αφαιρείται και πλέον μεταβιβάζεται στο Υ.ΠΕ.Κ.Α., ύστερα από θετική γνωμοδότηση του Φ.Δ.

Τα σχόλια του Δ.Σ. του σωματείου μας επί των άρθρων του νομοσχεδίου τα οποία εστάλησαν για ανάρτηση στη σχετική ιστοσελίδα του Υπουργείου, συνοψίζονται στο παρακάτω κείμενο.

Έγινε προσπάθεια να αναφερθούν όλα τα θέματα που απασχολούν τους Φορείς Διαχείρισης Προστατευόμενων Περιοχών και τα οποία έχουμε συζητήσει στις Γενικές Συνελεύσεις του συλλόγου μας και μέσα από το Φόρουμ. Δυστυχώς, κανένα από τα σημαντικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι Φ.Δ. και τα οποία έχουμε γνωστοποιήσει γραπτά στους αρμοδίους, δεν επιλύει το παρόν νομοσχέδιο. Οι στόχοι του νομοσχεδίου σωστοί και θετικοί αλλά σε καμία περίπτωση αυτοί οι στόχοι δεν επιτυγχάνονται στα άρθρα του, που δίνουν την εικόνα ότι πρόκειται για ένα κείμενο με πολλά λάθη και παραλείψεις, αποσπασματικό, άτολμο και ανήμπορο να δώσει αποτελεσματικές λύσεις σε ουσιαστικά προβλήματα των Προστατευόμενων Περιοχών και των θεσμοθετημένων Φ.Δ. Αντίθετα είναι εμφανής η απαξίωση των Φ.Δ., του προσωπικού τους και των ειδικών επιστημόνων που υπάρχουν στα Δ.Σ. των Φ.Δ. ενώ παράλληλα είναι προκλητική η αναβάθμιση του ρόλου των ΜΚΟ που σε συνδυασμό με τις πρόσφατες οδηγίες στην τελευταία συνάντηση των Προέδρων των Φ.Δ, θα μοιραστούν πολλούς από τους πόρους που θα διατεθούν για τη λειτουργία των Φ.Δ. και την μελέτη/ προστασία της βιοποικιλότητας της χώρας μας.

Πιστεύουμε ότι το νομοσχέδιο είναι πολύ κατώτερο των περιστάσεων και των απαιτήσεων για ένα αποτελεσματικό και λειτουργικό νόμο, που θα αντιμετωπίζει τα πολυποίκιλα προβλήματα της διατήρησης της βιοποικιλότητας της χώρας μας και της διαχείρισης των Προστατευομένων Περιοχών.

Θεωρούμε ότι ο χρόνος διαβούλευσης για ένα τόσο σοβαρό και σημαντικό θεσμικό πλαίσιο ήταν μηδαμινός και ότι θα πρέπει το νομοσχέδιο να αποσυρθεί και να συνταχθεί από μια ομάδα εργασίας που θα αποτελείται από νομικούς, επιστήμονες ποικίλων ειδικοτήτων, εκπροσώπους υπηρεσιών και συναρμοδίων υπουργείων, καθώς και εκπροσώπους άλλων εμπλεκόμενων φορέων και να δοθεί επαρκής χρόνος διαβούλευσης και γνωμοδότησης από πανεπιστημιακούς, παραγωγικούς φορείς, επιμελητήρια, τοπικές κοινωνίες, κ.α..

Το Δ.Σ. του συλλόγου

ΣΧΟΛΙΑ ΕΠΙ ΤΟΥ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΥ

Πανελλαδικός Σύλλογος Εργαζομένων στους Φορείς Διαχείρισης Προστατευόμενων Περιοχών – Ελληνική Φύση

Φιλόδοξοι και σωστοί οι σκοποί και οι στόχοι που αναφέρονται, αλλά δυστυχώς τα άρθρα του νομοσχεδίου που αναλύονται παρακάτω δεν εξειδικεύουν με σαφήνεια και αποτελεσματικότητα αυτούς τους στόχους.

Άρθρο 1.

Παρ.1.

Θα πρέπει να προστεθεί στο κείμενο …και πολιτιστικού… κεφαλαίου. Η βιοποικιλότητα είναι πολύτιμο χαρακτηριστικό της πολιτιστικής κληρονομιάς του έθνους μας.

Παρ.2.

Θα πρέπει να προστεθεί στο κείμενο …και η κοινωνική συναίνεση… . Η διαβούλευση δεν είναι μόνο τεχνοκρατική διαδικασία, αλλά θα πρέπει να είναι συστατικό στοιχείο της δημοκρατίας μας.

Παρ.3.α.

Το εθνικό σύστημα προστατευόμενων περιοχών που θεσπίζεται με τις διατάξεις του ν/σ είναι ασαφές και δεν λαμβάνει υπόψη την εμπειρία που έχει αποκτηθεί έως σήμερα από τη διαχείριση των θεσμοθετημένων προστατευόμενων περιοχών (Π.Π.) και κυρίως δεν επιλύει τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η οργάνωση και λειτουργία αυτών των περιοχών.

Την τελευταία οκταετία, η ελληνική πολιτεία έχει επιλέξει το μοντέλο της ανάθεσης της διαχείρισης 28 σημαντικών Π.Π. σε Φορείς Διαχείρισης (Φ.Δ.), η λειτουργία των οποίων διέπεται από τις διατάξεις των νόμων 2742/1999 και 1650/86.

Μέσα από το 3ο ΚΠΣ διατέθηκαν περισσότερα από 35.000.000€ για την οργάνωση της αρχικής λειτουργίας τους και τη δημιουργία των απαραίτητων υποδομών τους ενώ μέχρι το 2015 θα διατεθούν άλλα περίπου 90.000.000€ για τη συνέχιση της λειτουργίας τους. Η λειτουργία των Φ.Δ. αντιμετωπίζει πολλά και σημαντικά προβλήματα τα οποία θα έπρεπε λογικά να επιλύσει το παρόν ν/σ αφού τόσους οικονομικούς πόρους έχει επενδύσει το κράτος για την στήριξή τους.

Αντίθετα όμως με τις μεγάλες προσδοκίες και τις ελπίδες ότι επιτέλους θα οργανωθεί ένα αποτελεσματικό εθνικό σύστημα διαχείρισης των Π.Π. της χώρας μας, οι διατάξεις του ν/σ όχι μόνο δεν επιλύουν τα πολυποίκιλα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι θεσμοθετημένες Π.Π. και οι Φ.Δ. τους αλλά εισάγει ένα ασαφές θεσμικό πλαίσιο διαχείρισης των νέων και των ήδη θεσμοθετημένων Π.Π., παράλληλα απαξιώνοντας περαιτέρω τους υπάρχοντες Φ.Δ..

Μερικά από τα σημαντικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η λειτουργία και διαχείριση των Π.Π. και για τα οποία δυστυχώς δεν αντιμετωπίζουν τα άρθρα του ν/σ, είναι:

  1. Έλλειψη ουσιαστικών και καθορισμένων αρμοδιοτήτων στους Φ.Δ. και ο κατακερματισμός αρμοδιοτήτων σε πολλές υπηρεσίες. Έχει αποδειχθεί ότι η αποτελεσματική διαχείριση μιας Προστατευόμενης Περιοχής δεν μπορεί να υλοποιηθεί από το πλήθος των κεντρικών και περιφερειακών υπηρεσιών που εμπλέκονται στη λειτουργία τους. Για να είναι λοιπόν λειτουργικό και αποτελεσματικό το εθνικό σύστημα προστατευόμενων περιοχών θα πρέπει να υπάρξει σαφής καθορισμός των αρμοδιοτήτων των Φ.Δ., των Διευθύνσεων Συντονισμού Προστατευόμενων Περιοχών σε επίπεδο Αποκεντρωμένης Διοίκησης, της «διοικητικής μονάδας» της Γενικής Διεύθυνσης Περιβάλλοντος του ΥΠΕΚΑ, των Δασαρχείων, της Πυροσβεστικής και των άλλων Σωμάτων Ασφαλείας, των ΟΤΑ κ.λπ. στην περιοχή που καλύπτει μια Π.Π.. Είναι προφανές ότι είναι πλέον απαραίτητος ο ορθολογικός σχεδιασμός των αρμοδιοτήτων όλων των σχετικών με τη φύση υπηρεσιών. Οι διοικητικές υπηρεσίες των Π.Π. σε κεντρικό και περιφερειακό επίπεδο θα πρέπει να προβλέπεται η στελέχωσή τους με ικανό αριθμό έμπειρου και ειδικευμένου προσωπικού σε θέματα διαχείρισης Π.Π., έτσι ώστε να αντιμετωπίζονται και να συντονίζονται οριζόντια τα κοινά προβλήματα των Φ.Δ. αλλά και να παρέχονται συμβουλές και οδηγίες σε θέματα που απασχολούν τους Φορείς (π.χ. νομικά, οικονομικά, προκηρύξεις χρηματοδοτικών προγραμμάτων, συγκέντρωση και διάχυση πληροφορίας κ.λπ.).
  2. Έλλειψη αποδοχής των μέτρων και ρυθμίσεων στις Π.Π. από τις τοπικές κοινωνίες όταν θίγονται τα εισοδήματά τους και οι περιουσίες τους. Θα πρέπει λοιπόν να υπάρξει περαιτέρω εξειδίκευση της υπάρχουσας νομοθεσίας (εθνικής και κοινοτικής) σχετικά με αντισταθμιστικά μέτρα και αποζημιώσεις της τοπικής κοινωνίας, όταν θίγονται οι περιουσίες και τα εισοδήματά τους από την εφαρμογή των διαχειριστικών μέτρων.
  3. Αναποτελεσματική λειτουργία των Φ.Δ. λόγω της νομικής τους μορφής (ΝΠΙΔ). Η λειτουργία των θεσμοθετημένων Φ.Δ. ως ΝΠΙΔ σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου 2742/1999 έδειξε ότι είναι αναποτελεσματική στην άσκηση των αρμοδιοτήτων τους και στην επίτευξη των στόχων τους. Η αναποτελεσματικότητά της λειτουργίας τους ως ΝΠΙΔ συνίσταται κυρίως στην ανεπάρκεια εφαρμογής αποτελεσματικού συστήματος φύλαξης της Π.Π., στη δυσκολία χρηματοδότησης των βασικών λειτουργικών τους εξόδων από τον κρατικό προϋπολογισμό, στην απροθυμία αποδοχής του ρόλου και των αρμοδιοτήτων τους από συναρμόδιες δημόσιες υπηρεσίες κ.ά. Είναι απαραίτητο και καινοτόμο με το παρόν ν/σ να τροποποιηθούν οι σχετικές διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας έτσι ώστε οι Φ.Δ. να λειτουργούν ως ΝΠΔΔ, αναγνωρίζοντας και θεσμοθετώντας με αυτόν τον τρόπο το δημοσίου συμφέροντος χαρακτήρα των Φ.Δ. και τη σημαντικότητα τους στη διαχείριση και αποτελεσματική προστασία της βιοποικιλότητας, ως πολύτιμου και αναντικατάστατου εθνικού κεφαλαίου.
  4. Ανεπαρκής και μη μόνιμη χρηματοδότηση των Φορέων Διαχείρισης. Μέχρι σήμερα η χρηματοδότηση των Φ.Δ. γίνεται αποκλειστικά και μόνο από ευρωπαϊκά προγράμματα (ΕΠ.Π.ΕΡ και ΕΠΕΡΑΑ). Από το 2015 και μετά δεν θα υπάρχει πλέον η δυνατότητα να συνεχιστεί η αποκλειστική χρηματοδότησή τους από ευρωπαϊκά προγράμματα. Είναι αναγκαίο λοιπόν, η πολιτεία, επιτέλους, να αναγνωρίσει ότι το περιβάλλον και ειδικότερα η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος των προστατευόμενων περιοχών της χώρας μας, είναι ένα πολύτιμο εθνικό κεφάλαιο που θα πρέπει να διαφυλαχθεί με κάθε τρόπο και θα πρέπει να ενταχθεί τη διατήρησή του στις ετήσιες οικονομικές υποχρεώσεις και πάγιες ανάγκες της χώρας μας. θα πρέπει λοιπόν μέσα από το παρόν ν/σ να εξασφαλίζεται η συνεχής και μόνιμη χρηματοδότηση των Φ.Δ.. Για το σκοπό αυτό θα πρέπει να προβλεφθεί η κάλυψη των πάγιων εξόδων λειτουργίας τους (δαπάνες προσωπικού, φύλαξης, ενημέρωσης, στέγασης κ.λπ.) σε συνεχή και σταθερή βάση από τον Τακτικό Προϋπολογισμό. Επίσης, στο πλαίσιο της δημιουργίας του Πράσινου Ταμείου θα πρέπει να υπάρχει πρόβλεψη για ειδικό κωδικό για τις Π.Π. που, εκτός των άλλων εσόδων, θα διαχειρίζεται πιθανά και ποσοστό των εσόδων των Φ.Δ., με σκοπό την αποκλειστική ενίσχυση της λειτουργίας των Φ.Δ.. Από το σημείο αυτό και πέρα, και σύμφωνα με τη διεθνή και ευρωπαϊκή εμπειρία, οι Φορείς Διαχείρισης μπορούν και πρέπει να είναι σε θέση να δημιουργούν έσοδα από πολλές πηγές, όπως η παροχή υπηρεσιών ανάλογα με την κάθε ξεχωριστή περίπτωση (π.χ. εισιτήρια σε εθνικούς δρυμούς, πώληση αναμνηστικών ειδών, έσοδα από οικοξεναγήσεις, ερευνητικές δραστηριότητες). Τη στιγμή αυτή οι περισσότεροι φορείς, και αυτό εξαρτάται από τις κατά τόπους εφορείες, δεν μπορούν να έχουν έσοδα από πωλήσεις αγαθών και υπηρεσιών, καθώς δεν υπόκεινται σε καθεστώς ΦΠΑ. Επίσης, οι Φορείς θα πρέπει να είναι σε θέση να υποβάλλουν ανταγωνιστικές προτάσεις για τη χρηματοδότησή τους από ευρωπαϊκά και εθνικά προγράμματα (πχ. LIFE, ΕΠΕΑΕΚ κ.λπ.).
  5. Ελλιπής και ανεπαρκής στελέχωση των Φ.Δ. με ανθρώπινο δυναμικό. Μέχρι σήμερα στους Φ.Δ. απασχολείται ελάχιστο προσωπικό σε σχέση με το έργο που καλούνται να υλοποιήσουν, προσωπικό το οποίο έχει προσληφθεί, μέσω ΑΣΕΠ, με συμβάσεις ορισμένου χρόνου που λήγουν το 2015. Το προσωπικό αυτό με την πάροδο του χρόνου έχει αποκτήσει σημαντική εμπειρία στη διαχείριση όχι μόνο της περιοχής ευθύνης τους αλλά γενικότερα στην αποτελεσματική διαχείριση προστατευομένων περιοχών.Με το παρόν ν/σ με στόχο την αποτελεσματική λειτουργία των Φ.Δ., όπως άλλωστε και κάθε άλλης υπηρεσίας, θα πρέπει να θεσπιστεί η στελέχωσή των Φ.Δ. με επαρκές, έμπειρο και ειδικευμένο μόνιμο προσωπικό. Λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη να μετατραπούν οι Φ.Δ. σε ΝΠΔΔ θα δοθεί και η δυνατότητα στελέχωσης των Φορέων με Ειδικό Επιστημονικό Προσωπικό σύμφωνα με τα σχετικά άρθρα του νόμου περί προσλήψεων στο δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα (ΑΣΕΠ). Επίσης, θα πρέπει να θεσπιστεί και ένα ενιαίο μισθολόγιο για όλους τους εργαζόμενους στους Φ.Δ. ενώ θα πρέπει να θεσμοθετηθεί η εφαρμογή οριζόντιων προγραμμάτων κατάρτισης, επιμόρφωσης των στελεχών των Φορέων και των άλλων εμπλεκόμενων φορέων σε θέματα λειτουργίας και διαχείρισης Προστατευόμενων Περιοχών, όπως, επιστημονική παρακολούθηση (monitoring) περιβαλλοντικών παραμέτρων και διαχειριστικών μέτρων, φύλαξη, αυτοχρηματοδότηση, ευρωπαϊκά και εθνικά προγράμματα χρηματοδότησης, προδιαγραφές διαχειριστικών σχεδίων, αδειοδοτήσεις, εναλλακτικός τουρισμός κ.λπ. με τη συμμετοχή των εμπλεκόμενων φορέων στη διαχείριση των Π.Π. (ΔΣ Φ.Δ., προσωπικό Φ.Δ., υπηρεσίες, ΜΚΟ κ.λπ.)
  6. Δυσλειτουργία Διοικητικών Συμβουλίων Φορέων Διαχείρισης. Ο ρόλος των Φ.Δ. όχι μόνο δε θα πρέπει να αποδυναμωθεί με μεταβίβαση των αρμοδιοτήτων τους σε κεντρικό ή περιφερειακό επίπεδο, οργανώσεις, υπηρεσίες ή ακαδημαϊκά ιδρύματα αλλά αντίθετα θα πρέπει να ενισχυθεί ο θεσμικός και λειτουργικός τους ρόλος με παράλληλη βελτίωση της λειτουργίας των Διοικητικών τους Συμβουλίων (ΔΣ) ως θεσμός Τοπικής Περιβαλλοντικής Διαβούλευσης. Να προβληθούν και να στηριχτούν ενεργά από το ΥΠΕΚΑ ο ρόλος και οι αρμοδιότητες των Φ.Δ., έτσι ώστε να γίνει κατανοητό τόσο από την τοπική και ευρύτερη κοινωνία όσο και από τους αρμόδιους εμπλεκόμενους φορείς ότι οι Φ.Δ. είναι υπηρεσίες του δημόσιου τομέα με ουσιαστικές αρμοδιότητες στην προστασία και διαχείριση της περιοχής ευθύνης τους. Να επανακαθορισθεί ο αριθμός και ο τρόπος ορισμού των μελών του ΔΣ των Φ.Δ., καθώς και οι φορείς που εκπροσωπούνται στα ΔΣ, έτσι ώστε να είναι ουσιαστική, λειτουργική και αποτελεσματική η αντιπροσώπευση των εμπλεκόμενων φορέων στη διαχείριση μιας Π.Π. αλλά και να αποφεύγεται η δυσλειτουργία των ΔΣ.
  7. Απουσία δεσμευτικότητας στις γνωμοδοτήσεις των Φ.Δ. για έργα και δραστηριότητες που εμπίπτουν στις περιοχές ευθύνης τους ή των οποίων οι επιπτώσεις επηρεάζουν, άμεσα ή έμμεσα, τις περιοχές αυτές. Όπως σωστά προβλέπει το παρόν ν/σ, θα πρέπει να είναι υποχρεωτική η γνωμοδότηση των Φ.Δ. επί των προκαταρκτικών περιβαλλοντικών εκτιμήσεων. Όμως Θα πρέπει παράλληλα να δίνεται η δυνατότητα «ένστασης» από τους Φ.Δ., η οποία θα αναστέλλει την υλοποίηση του έργου μέχρι την εκδίκασή της από την αρμόδια διεύθυνση του ΥΠΕΚΑ, όταν παρά την αρνητική γνωμοδότηση των Φ.Δ., οι αρμόδιες υπηρεσίες προχωρούν στην περιβαλλοντική αδειοδότηση. Επιπλέον να απογράφεται κάθε περιοχή ανάλογα με τη φέρουσα ικανότητα ανά δραστηριότητα, ώστε να υπάρχει πέρα από τα γενικά στοιχεία που πρέπει να πληροί κάθε εγκατάσταση και δέσμευση για την τυχόν υπέρβαση της δυνατότητας της περιοχής να φιλοξενήσει επιπλέον εγκατάσταση ανά κατηγορία. Απογραφή των δραστηριοτήτων και τήρηση βάσης δεδομένων για κάθε Φ.Δ.
  8. Απουσία συγκεκριμένων κατευθύνσεων και αρμοδιοτήτων για την Παρακολούθηση των περιβαλλοντικών παραμέτρων και της αποτελεσματικότητας εφαρμογής των μέτρων διαχείρισης στις Π.Π.. Σύμφωνα με τη διεθνή εμπειρία, βασική προτεραιότητα των Φ.Δ. και του επιστημονικού προσωπικού τους είναι η παρακολούθηση της εφαρμογής των διαχειριστικών μέτρων, καθώς και των βιοτικών και αβιοτικών περιβαλλοντικών παραμέτρων στην περιοχή ευθύνης τους. Ως εκ τούτου μέσω του παρόντος ν/σ θα πρέπει να αναγνωρίζεται ο πρωταρχικός και καθοριστικός ρόλος των επιστημόνων των Φ.Δ. στην υλοποίηση του Εθνικού Συστήματος Παρακολούθησης (monitoring) της βιοποικιλότητας της χώρας μας. Θα πρέπει λοιπόν το επιστημονικό προσωπικό των Φ.Δ. να έχει τον πρωτεύοντα και ουσιαστικό ρόλο στην υλοποίηση του συστήματος παρακολούθησης περιβαλλοντικών παραμέτρων και εφαρμογής σχεδίων διαχείρισης στην περιοχή ευθύνης του, σε συνεργασία με δημόσιες υπηρεσίες, πανεπιστήμια, ΜΚΟ κ.λπ. Θα πρέπει παράλληλα, οι Φ.Δ. να έχουν την αποκλειστική αρμοδιότητα συντονισμού και αδειοδότησης των ερευνητικών και διαχειριστικών δραστηριοτήτων (π.χ. επιστημονική έρευνα, ξεναγήσεις σχολείων, περιβαλλοντική εκπαίδευση, οδηγοί χλωρίδας – πανίδας, καθαρισμοί ρεμάτων κλπ.) στην περιοχή ευθύνης του.

Παρ.3.β.

Πολύ ουσιαστικός και θετικός ο στόχος ενσωμάτωσης και εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου για την προστασία της βιοποικιλότητας με σχετικά καλή ενσωμάτωση των δύο κοινοτικών οδηγιών 92/43 και 2009/147. Δυστυχώς όμως λείπει από το παρόν νομοσχέδιο η ενσωμάτωση των υποχρεώσεων της χώρας μας που απορρέουν από άλλες διεθνείς συμβάσεις και κοινοτικές οδηγίες και κανονισμούς. Είναι σχεδόν παντελής η ενσωμάτωση των άρθρων της οδηγίας-πλαίσιο για τη θαλάσσια στρατηγική (2008/56/ΕΚ), των σχετικών κανονισμών για την Κοινή Αλιευτική Πολιτική, όπως (ΕΚ) 1967/2006 και (ΕΚ) αριθ. 1224/2009, της οδηγίας για τα νερά 2000/60/EΚ, των σχετικών πρωτοκόλλων της Σύμβασης της Βαρκελώνης κ.ά. Όπως τίθενται χρονικοί προσδιορισμοί για την υλοποίηση των υποχρεώσεων της χώρας μας από τις κοινοτικές οδηγίες για τους οικοτόπους και την ορνιθοπανίδα με τον ίδιο τρόπο θα πρέπει να ενσωματωθούν οι κανονισμοί και οι οδηγίες για τα θαλάσσια οικοσυστήματα, καθώς και οι σχετικές ρυθμίσεις των κανονισμών για τη δημιουργία θαλάσσιων προστατευόμενων περιοχών και την προστασία των ιχθυοαποθεμάτων και των θαλάσσιων οικοτόπων.

Παρ.3.γ.

Ο πιο φιλόδοξος στόχος του νομοσχεδίου που δυστυχώς δεν διασφαλίζεται από τις επιμέρους διατάξεις του παρόντος. Το χρονικό όριο του 2020 και με την σημερινή απαξίωση της βιώσιμης περιφερειακής ανάπτυξης στην πράξη, φαντάζει χίμαιρα.

Παρ.3. δ.

Αν και γίνεται προσπάθεια μέσα από το παρόν ν/σ να αναγνωρισθεί το μεγάλο «αγκάθι» της επιτήρησης και φύλαξης μιας Π.Π. έτσι ώστε να εφαρμόζονται οι ρυθμίσεις και τα μέτρα που θεσπίζονται για μια Π.Π., δυστυχώς δεν προτείνεται καμία ουσιαστική αλλαγή στους υφιστάμενους μηχανισμούς επιτήρησης της εφαρμογής του θεσμικού πλαισίου για την προστασία της βιοποικιλότητας και κυρίως της φύλαξης μιας Π.Π.. Η απουσίας εφαρμογής αποτελεσματικού συστήματος φύλαξης είναι ένα από τα πιο μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι Φ.Δ., δεδομένης της αδυναμίας των αρμόδιων διωκτικών αρχών να ελέγξουν την εφαρμογή των ρυθμίσεων και μέτρων που διέπουν μια Π.Π. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η επιτήρηση και η φύλαξη μιας Π.Π. είναι μία ειδικότητα συνώνυμη με την ευαισθητοποίηση του κοινού, την ενημέρωση των ντόπιων κοινοτήτων που δραστηριοποιούνται μέσα στις ζωνοποιημένες περιοχές, καθώς επίσης και με την πρόληψη και την καταστολή των παράνομων ενεργειών, είναι περισσότερο από αναγκαία η αναμόρφωση του θεσμικού πλαισίου εποπτείας και φύλαξης των Π.Π.

Θα πρέπει να δοθούν στους Φ.Δ. αρμοδιότητες ουσιαστικού ελέγχου των παράνομων δραστηριοτήτων και επιβολής προστίμων. Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να θεσμοθετεί μέσω του παρόντος ν/σ:

  1. Η εκχώρηση ουσιαστικών αρμοδιοτήτων στους φορείς διαχείρισης για τον έλεγχο των παραβατικών συμπεριφορών εντός της περιοχής αρμοδιότητάς τους.
  2. Η άμεση αλλαγή του έργου της φύλαξης στα πρότυπα του Ευρωπαϊκών μοντέλων φύλαξης (π.χ. Γαλλικό), με δυνατότητα ανακριτικού έργου των φυλάκων των Φ.Δ.
  3. Η κωδικοποίηση των παραβάσεων για να μπορούν να θεσπιστούν οι αντίστοιχες κυρώσεις.
  4. Η θεσμοθέτηση κλιμακίων ελέγχου με άλλες υπηρεσίες (Αστυνομία, Λιμενικό, Πολιτική Προστασία, Δασαρχεία, Εισαγγελικές Αρχές κλπ.) και ανάπτυξη πρωτοκόλλων συνεργασίας με τις υπηρεσίες αυτές.
  5. Η ενιαία ενδυμασία σε όλη την επικράτεια και διακριτικά του κάθε Φ.Δ. ξεχωριστά.
  6. Ο πλήρης ασύρματος εξοπλισμός και δυνατότητα χρήσης των συχνοτήτων Αστυνομίας – Λιμενικού Σώματος – Δασαρχείων – Πυροσβεστικής Υπηρεσίας – Θηροφυλακής, για την άμεση ενημέρωση τυχών παράνομων ενεργειών και την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση τους.
  7. Η δυνατότητα επιβολής χρηματικού προστίμου για όλες τις αποδεδειγμένες παράνομες ενέργειες στα όρια των Φ.Δ. Τα έσοδα να πηγαίνουν υπέρ λογαριασμού των Φ.Δ. εντός του Πράσινου Ταμείου, έτσι ώστε οι Φ.Δ. να αποκτήσουν άλλη μία μορφή αυτοχρηματοδότησης.
  8. Η εκπαίδευση που θα πρέπει να αποτελεί το βασικότερο χαρακτηριστικό ενός προγράμματος φύλαξης. Η εκπαίδευση θα πρέπει να εξειδικεύεται ανάλογα με το χαρακτήρα της Προστατευόμενης Περιοχής (θαλάσσιο περιβάλλον, ορεινός χώρος, περιπατητικές διαδρομές, μεγάλος όγκος επισκεπτών, αθλητικές δραστηριότητες εντός της Προστατευόμενης Περιοχής κ.λπ.).
  9. Η έγκριση προγραμμάτων φύλαξης από το Υπουργείο Περιβάλλοντος. Θα πρέπει να προωθηθεί η ανταλλαγή εμπειριών για τη φύλαξη με άλλους φορείς και ενημέρωση από Ευρωπαϊκά Πάρκα.
  10. Η τοποθέτηση πινακίδων φύλαξης στις ζώνες προστασίας της κάθε περιοχής και χρήση αποτρεπτικών πινακίδων οι οποίες θα αναφέρουν τις κυρώσεις που προβλέπει ο νόμος για τους παραβάτες (π.χ. για το πέταγμα σκουπιδιών, αποτσίγαρων, άναμμα φωτιάς κ.λπ.).

Παρ.3.ε.

Είναι πολύ θετικός και καθοριστικός ο στόχος αυτός για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας αλλά μέσα στο κείμενο δεν αναλύεται και δεν καθορίζεται με σαφήνεια και ακρίβεια. Η έρευνα και η θεωρητική κατάρτιση δεν μπορεί να θεωρηθεί κύριο εργαλείο για την αποτελεσματική διαχείριση και προστασία της βιοποικιλότητας στην πράξη. Είναι εργαλείο γνώσης, αλλά είναι ισοδύναμο της γνώσης των εκάστοτε τοπικών κοινωνικοοικονομικών και πολιτιστικών χαρακτηριστικών της κάθε περιοχής και ιδιαίτερα των προστατευόμενων περιοχών, όπου η ανθρώπινη παρουσία είναι δραστική και επιθυμητή. Μπορεί να θεωρηθεί κύριο εργαλείο μόνο για την συμμόρφωση μας προς τις διεθνείς υποχρεώσεις μας ως χώρα.

Παρ.3.στ.

Είναι πολύ θετικός και καθοριστικός ο στόχος αυτός για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας αλλά μέσα στο κείμενο δεν αναλύεται και δεν καθορίζεται με σαφήνεια και ακρίβεια πως θα επιτευχθεί. Είναι αναγκαία η διαβούλευση και ο συντονισμός με τα συναρμόδια υπουργεία και υπολοίπων αναπτυξιακών και κοινωνικών φορέων της χώρας

Άρθρο 2 – Ορισμοί

Από το παρόν άρθρο λείπουν αρκετοί ορισμοί εκφράσεων και λέξεων που χρησιμοποιούνται στο κείμενο του σχεδίου νόμου όπως π.χ. χρησιμοποιείται ως ορισμός της προστατευόμενης περιοχής, ο ορισμός «χερσαία, υδάτινη ή/και θαλάσσια ή και μεικτού χαρακτήρα περιοχή» ενώ στον καθορισμό των περιοχών «προστασίας της φύσης» χρησιμοποιείται μόνο η λέξη «εκτάσεις». Πολλοί από τους ορισμούς του άρθρου αυτού όπως π.χ. «Ξενικό – εισβλητικό είδος» δε συνάδουν με τους διεθνώς καθορισμένους ορισμούς που έχει αποδεχτεί η χώρα μας. Ο ορισμός για τον «οικοτουρισμό» είναι μάλλον πλεονασμός αφού δεν χρησιμοποιείται πουθενά στο κείμενο του σχεδίου νόμου.

Άρθρο 3 – Εθνικό σύστημα προστατευόμενων περιοχών

Θα πρέπει να αριθμηθούν σωστά οι παράγραφοι του άρθρου και να γίνει νομοτεχνικός έλεγχος όλων των άρθρων διότι γίνονται αναφορές σε άρθρα νόμων που όμως έχουν τροποποιηθεί με το παρόν σχέδιο νόμου όπως π.χ. στην παρ. 4.1.ε που αναφέρεται στην παράγραφο 5 του άρθρου 18 του ν. 1650/1986, άρθρο το οποίο τροποποιείται με το παρόν άρθρο ή γίνεται αναφορά σε νόμους, αποφάσεις και κοινοτικές οδηγίες με λάθος τρόπο όπως στην παρ. 4.2.α. όπου αναφέρεται «Οδηγίας 2009/147/ΕΟΚ» αντί του σωστού «Οδηγίας 2009/147/ΕΕ».

Θα πρέπει να αποσαφηνιστεί και να καθοριστεί ο ρόλος των Φορέων Διαχείρισης προστατευόμενων περιοχών στο Εθνικό Σύστημα Προστατευομένων Περιοχών. Θα πρέπει να διασαφηνιστεί περισσότερο και να ελεγχθεί η δυνατότητα και ο τρόπος υλοποίησης ενεργειών και χρονικών περιορισμών όπως π.χ. στην παράγραφο 5.β. όπου είναι ασαφές πως θα είναι δυνατόν να εγκριθούν οι πράξεις έγκρισης των σχεδίων διαχείρισης υποχρεωτικώς εντός εξαμήνου αφού η διαδικασία προκήρυξης και σύνταξης του σχεδίου διαχείρισης μιας ΠΠ ξεκινάει μετά την ίδρυση της.

Θα πρέπει επίσης να αποσαφηνιστούν περαιτέρω οι προϋποθέσεις χαρακτηρισμού ενός «φυσικού πάρκου» ως εθνικού ή περιφερειακού όπως π.χ. για τους Υγρότοπους Διεθνούς Σημασίας κατά τη Σύμβαση Ραμσάρ.

Θα πρέπει να ελεγχθεί αν η κατηγοριοποίηση των Προστατευόμενων Περιοχών σύμφωνα με τις κατηγορίες της IUCN (στο άρθρο λείπουν κάποιες κατηγορίες) συνάδει με τις κατηγορίες Προστατευόμενων Περιοχών που έχει υποβάλει η χώρα μας σε ευρωπαϊκές οργανώσεις.

Θα πρέπει να ελεγχθεί αν οι κατηγορίες θαλάσσιων Προστατευόμενων Περιοχών που περιλαμβάνονται στη Σύμβαση της Βαρκελώνης συνάδουν με την κατηγοριοποίηση του άρθρου αυτού. Το ίδιο ισχύει και για τις υποχρεώσεις της χώρας μας που απορρέουν από τους κοινοτικούς κανονισμούς για την αλιεία, όπως ο (ΕΚ) 1697/2006.

Γενικότερα θα πρέπει ληφθούν υπόψη (σχεδόν εκλείπει από τα άρθρα του σχεδίου νόμου) και οι υποχρεώσεις της χώρας μας που απορρέουν από διεθνείς συμβάσεις και κοινοτικούς κανονισμούς και οδηγίες όπως η Οδηγία πλαίσιο για τη θαλάσσια στρατηγική (2008/56/ΕΚ), η οδηγία για τα νερά (2000/60/EΚ), ο κανονισμός για την εφαρμογή της κοινής αλιευτικής πολιτικής (1224/2009/ΕΚ) κ.λπ. Δεν είναι δυνατόν το σχέδιο νόμου να επιχειρεί να ενσωματώσει τις διατάξεις των οδηγιών 92/43 και 2009/147 και να «ξεχνάει» τις οδηγίες και τους κανονισμούς σχετικά με την προστασία και διατήρηση των θαλάσσιων οικοτόπων και ειδών.

Η παρ. 6 που αφορά την εγκατάσταση μονάδων ΑΠΕ σε όλες τις προστατευόμενες περιοχές του δικτύου Φύση 2000, με προφανές αποτέλεσμα τη σημαντική μείωση του βαθμού προστασίας των περιοχών του δικτύου, και σε αντίθεση με τα όσα προβλέπονται από τη σχετική κοινοτική οδηγία θα πρέπει να διαγραφεί.

Επίσης, θα πρέπει να διαγραφεί και η παρ. 9 του άρθρου αφού η αδειοδότηση έργων σε όλες τις προστατευόμενες περιοχές του δικτύου Φύση 2000, κατά απόκλιση των υφιστάμενων ρυθμίσεων και διαταγμάτων, πριν από την έκδοση των νομοθετικών πράξεων χαρακτηρισμού των περιοχών αυτών αφενός έρχεται σε αντίθεση με τις σχετικές κοινοτικές οδηγίες και τις υπουργικές αποφάσεις ενσωμάτωσης τους στο εθνικό δίκαιο αλλά «ανοίγει» κερκόπορτα για την εκτέλεση και κατασκευή έργων με μεγάλες επιπτώσεις υποβάθμισης των προστατευόμενων περιοχών.

Άρθρο 4 –Διαχείριση προστατευόμενων περιοχών

Σε καμιά παράγραφο δεν γίνεται αναφορά στη συμμετοχή και συνεισφορά των πολιτών στο σύστημα διαχείρισης προστατευόμενων περιοχών. Οι πολίτες δεν χρειάζονται μόνο ενημέρωση αλλά πρέπει να μπορούν να συνεισφέρουν στη διατήρηση και στην προστασία της βιοποικιλότητας. Προφανώς οι συντάκτες δεν έχουν αφουγκραστεί την σημερινή ελληνική κοινωνία και το δικαίωμα των πολιτών να συνεισφέρουν στο δύσκολο αυτό εγχείρημα. Η προστασία της βιοποικιλότητας δεν είναι τεχνοκρατική «υπόθεση» που αφορά μόνο τους ειδικούς. Αν από τα αρμόδια όργανα του κράτους, δεν προωθηθεί αυτή η συμμετοχή, η όλη προσπάθεια δεν θα επιτύχει τους επιθυμητούς στόχους.

Στο άρθρο αυτό θα πρέπει να αποσαφηνιστούν οι αρμοδιότητες, ο ρόλος και να υπάρξει σαφής καθορισμός των αρμοδιοτήτων των Φορέων Διαχείρισης προστατευόμενων περιοχών σε σχέση με την Διεύθυνση Συντονισμού Προστατευόμενων Περιοχών σε επίπεδο Αποκεντρωμένης Διοίκησης, της «διοικητικής μονάδας» της Γενικής Διεύθυνσης Περιβάλλοντος του ΥΠΕΚΑ, των Δασαρχείων κ.λπ. Για παράδειγμα όταν σε μια περιοχή που βρίσκεται στην χωρική αρμοδιότητα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης υπάρχει και θεσμοθετημένος Φορέας Διαχείρισης τότε ποιος θα έχει την ευθύνη εποπτείας και διαχείρισης της προστατευόμενης περιοχής.

Οποιαδήποτε αναφορά στους Φορείς Διαχείρισης περιέργως λείπει από τις παραγράφους του άρθρου αυτού αν και μέχρι σήμερα, σύμφωνα με την νομοθεσία, έχουν την αρμοδιότητα διαχείρισης των θεσμοθετημένων προστατευόμενων περιοχών.

Ομοίως, περίεργο είναι η έλλειψη αναφοράς συμμετοχής του επιστημονικού προσωπικού των Φορέων Διαχείρισης ή των επιστημόνων μελών των Διοικητικών τους Συμβουλίων στη «Συμβουλευτική Επιτροπή» της Διεύθυνσης Συντονισμού Προστατευόμενων Περιοχών σε επίπεδο Αποκεντρωμένης Διοίκησης, ενώ αντίθετα αναφέρονται ως μέλη της Επιτροπής «εκπρόσωποι περιβαλλοντικών οργανώσεων». Θα πρέπει να γίνουν οι σχετικές διορθώσεις στη παράγραφο 2.α.

Θα πρέπει να αποσαφηνιστεί ποιες θεωρεί ο νομοθέτης ως «οικείες αρχές» που θα είναι υπεύθυνες για τη διαχείριση των κατηγοριών 4.3 και 5 στη παράγραφο. 1.

Για τις γνωμοδοτήσεις της παρ. 3 έχει ήδη γίνει αναφορά στο άρθρο 1.

Ομοίως και για τον Πρόεδρο (σωστή η σχετική παράγραφος) και τον αριθμό και τρόπο ορισμού των μελών των Δ.Σ. των Φορέων Διαχείρισης.

Είναι απαραίτητο η παρ. 5 να αποσαφηνιστεί διότι δεν βγαίνει νόημα από την πρόταση που απομένει στο εδάφιο δ΄ της παραγράφου 5 του 15 του ν. 2742/1999.

Άρθρο 5 – Ρυθμίσεις για την προστασία και διαχείριση των περιοχών του Δικτύου Natura 2000

Στην παρ. 1.ε. θα πρέπει να διευκρινιστεί αν επιτρέπονται τα μεταλλαγμένα ή όχι.

Για την αναφορά της παρ. 1.στ. στις διαφημιστικές πινακίδες θα πρέπει να υπάρξει αποσαφήνιση και εξειδίκευση γιατί εντός των περιοχών του Δικτύου Natura 2000 υπάρχουν σε πολλές περιπτώσεις οικισμοί, ξενοδοχεία κ.λπ.

Η θέσπιση ελάχιστου εμβαδού για τη δόμηση σε Ειδικές Ζώνες Διατήρησης και Ζώνες Ειδικής Προστασίας, είναι προς τη σωστή κατεύθυνση αλλά είναι αναγκαία περαιτέρω εξειδίκευση του μέτρου μέσα στο παρόν νομοσχέδιο και όχι να παραπέμπει σε μεταγενέστερη υπουργική απόφαση γιατί π.χ. θα δημιουργήσει μεγάλες εντάσεις και αντιθέσεις εκ μέρους των ιδιοκτήτων γης όχι μόνο για την προοπτική χαρακτηρισμού μιας νέας προστατευόμενης περιοχής αλλά πολύ περισσότερο στις ήδη θεσμοθετημένες προστατευόμενες περιοχές. Εξ’ άλλου οι πράξεις χαρακτηρισμού μιας προστατευόμενης περιοχής με Π.Δ. δίνει τη δυνατότητα εξειδίκευσης των μέτρων δόμησης.

Οι παράγραφοι 4, 5, 6, 7 και 8 θα πρέπει να διαγραφούν και να αντικατασταθούν με εκτενέστερη αναφορά στους ισχύοντες κοινοτικούς κανονισμούς που πραγματεύονται τα θέματα αυτά όπως ο 1697/2006 και ο 1224/2009.

Άρθρο 6 – Ειδικές ρυθμίσεις για την προστασία του φυσικού χώρου

Θα πρέπει να ενσωματωθούν με ιδιαίτερη προσοχή και ολοκληρωμένα οι υποχρεώσεις της χώρας μας που απορρέουν από την Οδηγία – Πλαίσιο για τη θαλάσσια στρατηγική και την Οδηγία για τα νερά, καθώς και τους κανονισμούς για την αλιεία.

Το περιεχόμενο της παρ. 8 είναι λανθασμένο σε σχέση με τα όσα ορίζονται από τις διατάξεις του κανονισμού 1224/2009 περί «περί θεσπίσεως κοινοτικού συστήματος ελέγχου της τήρησης των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής».

Στην αναφορά για το «Πράσινο Ταμείο» στη παρ. 2. α δεν αναφέρεται τίποτα υπέρ των Φορέων Διαχείρισης.

Στην παρ. 9 δεν αναφέρεται για αποζημιώσεις των πολιτών από ζημιές ή φθορές που μπορεί να προκαλέσουν τα άγρια ζώα όπως η καφέ αρκούδα, η μεσογειακή φώκια και άλλα. Επίσης θα έπρεπε να αναφέρεται υπεύθυνα ποια/ποιες υπηρεσία/ες του ΥΠΕΚΑ θα εκπονεί/ουν ένα σύστημα αξιολόγησης για την καταβολή αποζημιώσεων από άγρια ζώα στους πολίτες. Οι πολίτες που πλήττονται άμεσα οικονομικά, σε ανάλογες περιπτώσεις, πρέπει να έχουν κίνητρα, ώστε να μην οδηγούνται σε παράνομες πράξεις.

Άρθρο 8 – Προστασία της ενδημικής βιοποικιλότητας

Στην παρ.2 είναι αυτονόητο πως θα πρέπει να αναφέρεται ότι οποιαδήποτε έκδοση αδειών για την εκπόνηση ερευνών ή μελετών που αφορούν ενδημικά είδη χλωρίδας και πανίδας και μικροοργανισμών, σε περιοχές ευθύνης Φορέων Διαχείρισης Προστατευομένων Περιοχών (Φ.Δ.) θα πρέπει να εγκρίνονται και να αδειοδοτούνται από τους Φ.Δ., ενώ παράλληλα να πραγματοποιούνται με την επίβλεψη του προσωπικού των Φ.Δ. Δεν είναι δυνατόν για όλες τις έρευνες και μελέτες ακόμη και από Πανεπιστήμια, ερευνητικά ινστιτούτα και ιδιαίτερα εντός των περιοχών ευθύνης των Φ.Δ. να χρειάζεται αδειοδότηση από το ΥΠΕΚΑ.

Είναι επίσης προφανές ότι μάλλον εκ παραδρομής δεν αναφέρεται στην παρ. 3 ότι για την κατάρτιση οδηγών αναγνώρισης των κυριότερων ενδημικών ειδών χλωρίδας και πανίδας, ανά κατηγορία απειλής το ΥΠΕΚΑ συνεργάζεται με τους επιστήμονες των εποπτευόμενων φορέων του, όπως είναι οι Φ.Δ.

Η παρ. 4 για τους γενετικούς πόρους χρειάζεται αναδιατύπωση και περαιτέρω εξειδίκευση σύμφωνα με τις υποχρεώσεις της χώρας μας που απορρέουν από διεθνείς και ευρωπαϊκές συμβάσεις και νομοθετήματα.

Άρθρο 9 – Ειδικές ρυθμίσεις για τα ξενικά – εισβλητικά είδη

Θα πρέπει να υπάρχει αναφορά και ρύθμιση για τη σκόπιμη απελευθέρωση ή από αμέλεια διαφυγή στη φύση, των εισαγόμενων ειδών πανίδας, συντροφιάς ή άλλων.

Άρθρο 10 – Επιστημονική έρευνα

Θα πρέπει να γνωρίζουν οι συντάκτες του νομοσχεδίου ότι οι Φορείς Διαχείρισης Προστατευομένων Περιοχών (Φ.Δ.) δεν πρέπει να θεωρούνται «ξένο σώμα» ως προς το ΥΠΕΚΑ. Είναι ακατανόητη η επιχειρούμενη απαξίωση των Φ.Δ. μέσα από τα άρθρα του νομοσχεδίου. Έτσι λοιπόν, στην παρ. 3.β για την «Απογραφή και αξιολόγηση της κατάστασης της ελληνικής βιοποικιλότητας» εντός των περιοχών ευθύνης των Φορέων Διαχείρισης το ΥΠΕΚΑ δεν χρειάζεται να συνάπτει «συμβάσεις» με τους Φ.Δ. διότι είναι φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα εποπτευόμενοι από το ΥΠΕΚΑ. Απλώς θα πρέπει να αναγραφεί ότι το ΥΠΕΚΑ αναθέτει την απογραφή στους Φ.Δ. εντός των περιοχών ευθύνης του, όπως το ίδιο θα πρέπει να γίνει και στις παραγράφους (γ) και (δ) για τη σύνταξη των κόκκινων κατάλογων των απειλούμενων ειδών πανίδας και χλωρίδας και την επιστημονική παρακολούθηση σημαντικών οικοτόπων και ειδών.

Είναι τουλάχιστον περίεργο να αναφέρονται συνεχώς οι «μη κυβερνητικές οργανώσεις που διαθέτουν αποδεδειγμένη εμπειρία» και να απαξιώνεται το επιστημονικό προσωπικό των Φορέων Διαχείρισης, το οποίο θα κληθεί και μετά το 2015 που δεν θα υπάρχουν πλέον οικονομικοί πόροι από το ΕΠΠΕΡΑΑ να συνεχίσει το έργο της επιστημονικής έρευνας στις θεσμοθετημένες προστατευόμενες περιοχές.

Οι άδειες εκπόνησης επιστημονικής μελέτης-έρευνας που αναφέρονται στην παρ. 4 είναι και θα πρέπει να παραμείνουν αποκλειστική αρμοδιότητα των Φ.Δ. εντός της περιοχής ευθύνης του και όχι να εκδίδονται από το ΥΠΕΚΑ μετά από θετική γνωμοδότησή τους. Δεν είναι κατανοητός ο σκοπός μεταβίβασης ακόμη μιας αρμοδιότητας των Φ.Δ. στην κεντρική διοίκηση.

Άρθρο 12 – Εθνική Επιτροπή ΦΥΣΗ

Αν και η Εθνική Επιτροπή ΦΥΣΗ συστάθηκε πριν τη δημοσίευση του παρόντος νομοσχεδίου, θα έπρεπε στη σύνθεσή της να υπήρχαν και εκπρόσωποι των Διοικητικών Συμβουλίων των Φορέων Διαχείρισης και του επιστημονικού τους προσωπικού.

Εδώ μπορείτε να βρείτε τον σύνδεσμο για το νομοσχέδιο.